Η ελληνική κοινωνία έχει πια εξοικειωθεί με την έννοια της κρίσης. Από την οικονομική κατάρρευση των μνημονίων στη δεκαετία του 2010, στις διαδοχικές ανατιμήσεις της τελευταίας τριετίας, ο όρος έχει ενσωματωθεί στη συλλογική εμπειρία. Όμως το πρόσωπο της κρίσης δεν είναι πια μόνο πολιτικό ή δημοσιονομικό. Είναι καθημερινό, διακριτό, μετρήσιμο. Φαίνεται στην τιμή του ρεύματος. Αντικατοπτρίζεται στο περιεχόμενο του καλαθιού. Και το ερώτημα παραμένει ουσιαστικό: ποιος πραγματικά πληρώνει το τίμημα;


Αρκεί μια επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ για να καταλάβει κανείς ότι κάτι έχει αλλάξει. Το πενηντάρικο δεν φτάνει. Οι επιλογές γίνονται με φειδώ, τα βλέμματα κοντοστέκονται στα ράφια, τα ίδια τα νοικοκυριά έχουν προσαρμόσει το διατροφικό τους πλάνο. Το ελαιόλαδο, οι πατάτες, το ψωμί, τα τυριά, έχουν δει τις τιμές τους να ανεβαίνουν κατακόρυφα. Το καλάθι του νοικοκυριού έγινε δείκτης πίεσης. Οι καταναλωτές αναζητούν προσφορές, μετακινούνται από μαγαζί σε μαγαζί, αγοράζουν σε δόσεις. Δεν είναι θέμα επιλογής· είναι ανάγκη.

Ταυτόχρονα, ο λογαριασμός του ρεύματος έχει μετατραπεί σε φόβητρο. Οι επιδοτήσεις βοηθούν μερικώς, αλλά η γενική εικόνα παραμένει αποθαρρυντική. Η ενέργεια, βασικό κοινωνικό αγαθό, αντιμετωπίζεται πλέον ως πολυτέλεια για χιλιάδες νοικοκυριά. Κάποιοι περιορίζουν τη χρήση συσκευών, άλλοι μειώνουν τη θέρμανση ή μαγειρεύουν λιγότερο. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι οικογένειες αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα σε φαγητό και θέρμανση. Αυτή η επιλογή δεν είναι απλώς οικονομική· είναι υπαρξιακή.

Μέσα σε όλα αυτά, το αφήγημα της «οικονομικής ανάκαμψης» διατηρείται. Οι επίσημοι δείκτες δείχνουν αύξηση του ΑΕΠ, πτώση της ανεργίας, άνοδο στις επενδύσεις. Όμως για τον μέσο πολίτη, αυτά τα δεδομένα δεν μεταφράζονται σε βελτίωση. Αντιθέτως, συχνά νιώθει πιο μόνος, πιο πιεσμένος, πιο αόρατος. Η ανισότητα μεγαλώνει. Τα μεγάλα συμφέροντα επιβιώνουν, τα κέρδη σε συγκεκριμένους κλάδους αυξάνονται, ενώ η καθημερινότητα της πλειοψηφίας γίνεται πιο δύσκολη.

Οι πιο ευάλωτοι πληρώνουν πρώτοι: άνεργοι, συνταξιούχοι, μονογονεϊκές οικογένειες, νέοι εργαζόμενοι με μισθούς των 700 ευρώ. Πίσω τους, οι μικρομεσαίοι, που βλέπουν την επιχείρησή τους να συρρικνώνεται, το ενοίκιο να ανεβαίνει, το λειτουργικό κόστος να ξεφεύγει. Όλο και περισσότεροι αναφέρουν ότι, ακόμα και αν εργάζονται, δεν «βγαίνουν» μέχρι το τέλος του μήνα. Η εργασία, που υποτίθεται είναι το μέσο για αξιοπρεπή διαβίωση, δεν αρκεί πια.

Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, η κοινωνία προσπαθεί να αντιδράσει. Η αλληλεγγύη, σε μικρές ή μεγαλύτερες δόσεις, επανεμφανίζεται. Κοινωνικά παντοπωλεία, ανταλλακτικά παζάρια, γειτονικές πρωτοβουλίες υποστήριξης. Όμως αυτά τα δίκτυα είναι «μπαλώματα» σε μια πληγή που βαθαίνει. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια συνολική κοινωνική πολιτική που θα διασφαλίζει βασικά αγαθά για όλους.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πολιτικό αλλά και βαθιά ανθρώπινο: θα επιμείνουμε να θεωρούμε φυσιολογικό ότι κάποιος πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στο να φάει και να ζεσταθεί; Ότι η αξιοπρέπεια εξαρτάται από προσφορές και επιδοτήσεις; Ότι η φτώχεια πρέπει να αντιμετωπίζεται με παροδικά μέτρα, ενώ οι αιτίες της αφήνονται ανέγγιχτες;

Η κρίση που ζούμε σήμερα δεν είναι μόνο αριθμητική. Είναι αξιακή. Δοκιμάζει την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ευθύνης της Πολιτείας προς τους πολίτες της. Κανένα μακροοικονομικό μέγεθος δεν έχει αξία αν δεν μπορεί να αποτυπωθεί στην πραγματική ζωή. Κανένας «ρυθμός ανάπτυξης» δεν έχει σημασία όταν τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο χωρίς κολατσιό και οι ηλικιωμένοι κόβουν χάπια στα δύο.

Ίσως η λύση δεν είναι εύκολη. Ίσως δεν είναι άμεση. Αλλά είναι αναγκαία. Χρειάζονται πολιτικές που να μειώνουν ουσιαστικά το κόστος ζωής, να ρυθμίζουν την αγορά με διαφάνεια, να ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα, να προστατεύουν τα βασικά κοινωνικά αγαθά από την κερδοσκοπία. Χρειάζονται φωνές που θα ακουστούν, κινήσεις που δεν θα μείνουν στο περιθώριο, ένας δημόσιος διάλογος που δεν θα εξαντλείται σε τηλεοπτικά πάνελ και κομματικές αντιπαραθέσεις.

Η κρίση, με όλες τις μορφές της, δεν θα εξαφανιστεί από μόνη της. Αντιμετωπίζεται μόνο όταν κοιτάξουμε ευθέως ποιος τη σηκώνει, ποιος την πληρώνει και τι είδους κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε μετά από αυτή. Από το ρεύμα στο καλάθι, η απόσταση είναι μικρή. Αλλά είναι και το κλειδί για να καταλάβουμε τι πραγματικά διακυβεύεται.

Κύλιση στην κορυφή