Παρακολουθώντας με ενδιαφέρον την άνοδο και την αύξηση της δημοφιλίας του δικαστικού ρεπορτάζ, μπορεί κανείς εύκολα να παρατηρήσει ορισμένα πράγματα.
Η ανάγκη του κοινού για διαδικτυακές και τηλεοπτικές δίκες ξεπερνά κάθε προηγούμενο φαινόμενο και έχει οδηγήσει σε γελοιοποίηση των προδικαστικών και δικαστικών διαδικασιών. Καθημερινά, εμφανίζονται σε διαδικτυακά κείμενα είτε σε τηλεοπτικές εκπομπές σχολιαστές, αμφιβόλου κατάρτισης και υποβάθρου, οι οποίοι παραθέτουν με σθένος τις δήθεν εμπεριστατωμένες απόψεις τους περί δικαίου, πλασάροντας έτσι είτε σκόπιμα είτε εξαιτίας της ημιμάθειας τους μία διαστρεβλωμένη εικόνα αφενός για νομικούς όρους και έννοιες, αφετέρου για τα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε σχολιαζόμενης υπόθεσης.
Το κοινό επηρεασμένο από τους μεγαλεπήβολους τίτλους που κοσμούν τα ονόματα των σχολιαστών, λαμβάνει τα λεγόμενα τους ως δεδομένα με αποτέλεσμα την παραπληφόρηση του για σοβαρές δικαστικές υποθέσεις της επικαιρότητας.
Δεν θα πρέπει κάποτε, λοιπόν, να αναζητηθούν ευθύνες για την παραπληροφόρηση του κοινού, για την διαστρέβλωση των πραγματικών περιστατικών τρεχουσών δικαστικών υποθέσεων αλλά κυρίως για την γελοιοποίηση του θεσμού της δικαιοσύνης.
Η μετάβαση από τη νηφάλια ενημέρωση στην υπερβολή και το εντυπωσιασμό δεν είναι απλώς δημοσιογραφικό ολίσθημα – είναι κοινωνικός κίνδυνος. Όταν η ενημέρωση για δικαστικές υποθέσεις βασίζεται σε ημιμαθείς αναλύσεις, προσωπικές εικασίες και δραματοποίηση, το κοινό δεν διαμορφώνει άποψη· χειραγωγείται.
Η δικαιοσύνη, ως θεσμός που απαιτεί σοβαρότητα, ακρίβεια και σεβασμό, μετατρέπεται σε θεατρικό σκηνικό. Αυτή η ευκολία με την οποία θυσιάζεται η εγκυρότητα για χάρη της τηλεθέασης ή των «κλικ», αποδεικνύει πόσο εύθραυστη είναι η σχέση μεταξύ πληροφορίας και αλήθειας. Και αυτό θα έπρεπε να μας προβληματίσει βαθιά.





